- ἐκκαταπάλλω
- ἐκ-κατα-πάλλω: only aor. mid. ἐκκατέπαλτο, darted down from; οὐρανοῦ, Il. 19.351†.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.
A Homeric dictionary (Greek-English) (Ελληνικά-Αγγλικά ομηρικό λεξικό). 2010.